Ένας γέρος
- Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος ..
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά...
Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμη, και λόγο, κ’ εμορφιά...
Ξέρει που γέρασε πολύ .. το νοιώθει, το κοιτάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες... Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό...
Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα ..
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλα! —
την ψεύτρα που έλεγε .. «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.»
Θυμάται ορμές που βάσταγε .. και πόση
χαρά θυσίαζε... Την άμυαλη του γνώση
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει...
.... Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε... Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι...
- Κωνσταντίνος Καβάφης ( Ίκαρος ) -
Και όταν κάποτε κάνεις τον απολογισμό σου .. μην ξεχάσεις ν΄αναφέρεις .. τις ομορφιές και χαρές της ζωής .. που άφησες για αύριο .. τα θέλω σου και τα όνειρά σου .. που πάντα ανέβαλες ..
