Ήλιε, μεγάλε ανατολίτη μου, χρουσό σκουφί του νου μου, αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω, όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας. Καλή ’ναι τούτη η γης, αρέσει μας, σαν το σγουρό σταφύλι στον μπλάβο αγέρα, Θε μου, κρέμεται, στο δρόλαπα κουνιέται και την τσιμπολογούν τα πνέματα και τα πουλιά του ανέμου· ας την τσιμπολογήσουμε κι εμείς, να δροσερέψει ο νους μας! Αναμεσός στα δυο μελίγγια μου, στο μέγα πατητήρι, το τραγανό σταφύλι λαχπατώ κι ο γαύρος μούστος βράζει, κι όλη γελάει κι αχνίζει η κεφαλή μες στην ολόρθη μέρα. Μαΐστρες πέταξεν η γης, φτερά, για το μυαλό κουνήθη κι η μαυρομάτα ανάγκη μέθυσε και το τραγούδι αρχίζει;
Απάνωθέ μου ο λάβρος ουρανός και κάτωθε η κοιλιά μου, σα γλαροπούλα απά στη θάλασσα, κι αφροδροσολογάται· αρμύρα γιόμωσαν τ’ αρθούνια μου, κι αντιχτυπούν στις πλάτες γοργά γοργά τα κύματα και παν, και πάω κι εγώ μαζί τους.
Ήλιε, τρισήλιε, που περνάς ψηλά και χαμηλά αγναντεύεις, ένα σκουφί θαλασσινό θωρώ, του καστροκαταλύτη, ας το κλοτσήσουμε, να παίξουμε, να δούμε ως πού θα πάει!
Έχει ο καιρός μαθές γυρίσματα, το ριζικό ’χει ρόδες, κι ο νους του ανθρώπου κάθεται αψηλά και τις στρουφογυρίζει· άιντε, και κλότσο ας δώσουμε της γης, να πάει την κατρακύλα! Ήλιε, γοργοπαιχνιδομάτη μου, φρογό λαγωνικό μου, την άγρη που αγαπώ ξετόπωσε και πάρ’ την του κυνήγου κι ό,τι τηράς στη γης μαντάτευε κι ό,τι γρικάς μολόγα, κι εγώ θα τα περνώ στου σπλάχνου μου το μυστικό αργαστήρι, κι αγάλια, με το παίξε γέλασε και το βαθύ κανάκι, πέτρες, νερό, φωτιά και χώματα θα γίνουν όλα πνέμα· κι η λασποφτέρουγη βαριά ψυχή γλυκά θα ξεκορμίσει και θ’ ανεβεί σα φλόγα γαληνή και θα χαθεί στον ήλιο!
- Νίκος Καζαντζάκης Οδύσσεια -
Όμορφη συνέχεια σε ότι κι αν κάνατε, όπου κι αν βρίσκεστε!
